ημείς

(AM ἡμεῑς)
ονομ. πληθ. τής προσ. αντων. εγώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Οι τ. τής ονομ. (ιων.-αττ. ἡμεῖς, δωρ. ἁμές, αιολ. ἄμμες) προήλθαν, όπως και στη λατ. (ονομ., αιτ. nos), από το θ. τής αιτ. (ιων.-αττ. ἡμέ-, δωρ. ἁμέ-, αιολ. ἄμμε-) + κατάλ. τών ον. -ες (ἡμέ-ες > ἡμεῖς), ενώ σε άλλες ΙΕ γλώσσες οι τ. τής ονομ. έχουν διαφορετικό θ. από εκείνους τής αιτ. (πρβλ. γοτθ. ονομ. weis «εμείς», αιτ. uns «εμάς», αρχ. ινδ. ονομ. vay-am «εμείς», αιτ. asman «εμάς»). Η κλίση τής αιτ. (αττ. ἡμᾶς, ιων. ἡμέας) ακολούθησε, αντιστρόφως, το παράδειγμα τής ονομ. παίρνοντας την καταλ. τών ον. -ας. Οι αιτ. τής δωρ. ᾱμέ και τής αιολ. ἄμμε βρίσκονται πλησιέστερα στον αρχικό ελλ. τ. *ἄσμε (< ΙΕ τ. *.nsme «εμείς» < n-sm(e) < *ns- και επίθημα -sm(e), πρβλ. και αβεστ. ahma, αρχ. ινδ. asmān «εμάς», λατ. nos, αρχ. ινδ. nas, το γοτθ. uns «εμάς». Η δασύτητα τής ελλ. θεωρείται αναλογική προς το ὑμεῖς ή, κατ' άλλη άποψη, από το επίθημα sme > hme και μεταφορά της στο αρχικό φωνήεν. Οι τ. τής δοτ. (ιων. -αττ. ἡμῖν, δωρ. ἁμῑν, αιολ. ἄμμιν) ανάγονται σε αρχικό ελλ. τ. *ἀσμι(ν), η κλίση τού οποίου θυμίζει έντονα εκείνην τών δοτ. ορισμένων δεικτικών και ερωτηματικών αντων. διαφόρων ΙΕ γλωσσών (πρβλ. αβεστ. ahmi, αρχ. ινδ. asmin «σ' αυτόν» και αβεστ. kahmi, αρχ. ινδ. kasmin «σε ποιόν;»). Η ιων.-αττ. παρουσιάζει έκταση τού καταληκτικού φωνήεντος -ι-, φαινόμενο που παρατηρείται σποραδικά και στη δωρική, όχι όμως σε άλλες ΙΕ γλώσσες. Ίσως οφείλεται σε αναλογία προς τις μακρές καταλήξεις τών ἡμεῖς, ἡμῶν, ἡμᾶς. Τα νεοελλ. εμείς, εμάς παρουσιάζουν προθεματικό φωνήεν ε- κατά το εγώ.
ΠΑΡ. ημέτερος.
ΣΥΝΘ. ημεδαπός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἡμεῖς — ἐγώ I at least masc/fem nom/voc 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὅπερ ἡμεῖς εἴχομεν μυστήριον, τοῦτο ἡ γειτονία ᾤδην. — ὅπερ ἡμεῖς εἴχομεν μυστήριον, τοῦτο ἡ γειτονία ᾤδην. См. Скажешь с уха на ухо, узнают с угла на угол …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • χἠμεῖς — ἡμεῖς , ἐγώ I at least masc/fem nom/voc 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • мы — (мы8000) мест. 1 л. мн. ч. Употребляется для обозначения нескольких или многих лиц, включая говорящего. Мы: Не хошти богатѣти зѣло ни славити сѧ. тьлѧ бо то ѥсть а мы нѣсмь ‹ть›лѣньни. (ἡμεῖς) Изб 1076, 77; испроси намъ миръ и велию милость. Стих …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Greek diacritics — Polytonic redirects here. For the musical term, see polytonality. Greek alphabet Αα Alpha Νν Nu …   Wikipedia

  • Liste griechischer Phrasen/Kappa — Kappa Inhaltsverzeichnis 1 Καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινήν· …   Deutsch Wikipedia

  • Monotonische Orthografie — Die monotonische Orthographie ist ein System der Akzentsetzung für die (neu )griechische Sprache, das – im Gegensatz zur polytonischen Orthographie, die sie im Jahre 1982 ablöste – nur einen Akzent enthält. Äußerlich ist dieser eine Akzent… …   Deutsch Wikipedia

  • Monotonische Orthographie — Die monotonische Orthographie ist ein System der Akzentsetzung für die (neu )griechische Sprache, das – im Gegensatz zur polytonischen Orthographie, die sie im Jahre 1982 ablöste – nur einen Akzent enthält. Äußerlich ist dieser eine Akzent… …   Deutsch Wikipedia

  • Monotonische Rechtschreibung — Die monotonische Orthographie ist ein System der Akzentsetzung für die (neu )griechische Sprache, das – im Gegensatz zur polytonischen Orthographie, die sie im Jahre 1982 ablöste – nur einen Akzent enthält. Äußerlich ist dieser eine Akzent… …   Deutsch Wikipedia

  • Polytonisch — Die polytonische Orthographie ist ein System von Akzenten und anderen, die Buchstaben ergänzenden, Zeichen, das für die altgriechische Sprache entwickelt wurde. Der griechische Begriff polyton oder polytonisch (πολυτονικός) bedeutet wörtlich… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.